ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΙΣΛΑΜ


ΜΕΡΟΣ 1o 

    
  Πολύ λίγα ζητήματα έχουν απασχολήσει τόσο πολύ τις διεθνείς σχέσεις στη μεταψυχροπολεμική εποχή και επίσης ελάχιστα φαινόμενα έχουν καταστεί θύμα τόσων παρανοήσεων και στρεβλώσεων, όσο το φαινόμενο του ισλαμικού φονταμενταλισμού. Οι παρανοήσεις και οι στρεβλώσεις αυτές είναι συστηματικές, εν μέρει μεθοδευμένες και επαναλαμβανόμενες, συνεπώς για τον λόγο αυτόν χρήζουν ειδικής, σχετικώς εκτεταμένης «σκιαλυτικής»  αναφοράς, έρευνας και όπου απαιτείται ανασκευής. Αποτελούν προϊόν της συχνής συλλήβδην αδυναμίας της δυτικής σκέψης και των κοινωνικών της επιστημών να προσεγγίσουν, με ειλικρίνεια και ακεραιότητα, αλλότρια, «εξωδυτικά» φαινόμενα και δρώμενα, τα οποία αντιστρατεύονται εν μέρει τη δυτική «νεωτερικότητα», καθώς και την μεταπολεμικά παγιωμένη αντίληψη του Διαφωτισμού περί «προόδου».
   
  Είναι πασίγνωστο ότι, στις 11 Σεπτεμβρίου 2001 εκδηλώθηκαν τρομοκρατικές επιθέσεις μείζονος κλίμακος εναντίον αστικών στόχων στις ΗΠΑ. Σε τέσσαρα πολιτικά αεροσκάφη εκδηλώθηκε αεροπειρατεία, τα τρία από αυτά οδηγήθηκαν από τους αεροπειρατές και προσέκρουσαν στους Διδύμους Πύργους του «Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου» και στο Πεντάγωνο, ενώ το τέταρτο συνετρίβη σε ανοικτό χώρο. Λίγη ώρα μετά τις συγκρούσεις των αεροσκαφών επάνω τους, οι Δίδυμοι Πύργοι κατέρρευσαν προκαλώντας χιλιάδες απώλειες : Εκτός των 19 αεροπειρατών, έχασαν την ζωή τους συνολικά από τις επιθέσεις 2.973 άνθρωποι και 24 παραμένουν αγνοούμενοι.

      Τις επιθέσεις πραγματοποίησαν ισλαμιστές τρομοκράτες, οργανωμένοι από την οργάνωση «Αλ Κάϊντα» και τον διαβόητο πλέον αρχηγό της Οσάμα μπιν Μωχάμεντ μπιν Αουάντ μπιν Λάντεν, με σκοπό να πλήξουν τον μεγαλύτερο εχθρό τους, τις ΗΠΑ,  χτυπώντας τα σύμβολα της δύναμής του, όπως δήλωσε ο ίδιος ο Μπιν Λάντεν σε βιντεοσκοπημένο μήνυμα που έστειλε στα ΜΜΕ λίγες ημέρες μετά τις επιθέσεις. Το ανθρωποκυνηγητό που εξαπολύθηκε εναντίον του στο Αφγανιστάν δεν απέδωσε τίποτε και εξακολουθούσε να απευθύνεται στους οπαδούς και στους εχθρούς του μέσω μαγνητοσκοπημένων μηνυμάτων, μέχρι το 2011 οπότε φονεύθηκε κατόπιν αιφνίδιας επέμβασης αμερικανικών ειδικών δυνάμεων σε έπαυλη όπου διέμενε, στην πόλη Αμποταμπάντ στο Πακιστάν.
   
  Οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 υπήρξαν η μεγαλύτερη τρομοκρατική επίθεση που έχει συμβεί έως τώρα, αποτελούν δε κομβικό σημείο της παγκόσμιας ιστορίας, έχοντας προκαλέσει πάμπολλες αλλαγές στις διεθνείς σχέσεις, αλλά και στην κοινωνική και πολιτική ζωή σε όλο τον κόσμο. Ορισμένα από τα αποτελέσματα, ήταν η αντίδραση των ΗΠΑ και των συμμάχων τους, προκαλώντας (ή επισπεύδοντας) την εισβολή αμερικανικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ. Επίσης, εκατοντάδες ύποπτοι για τρομοκρατικές ενέργειες συνελήφθησαν  και κρατήθηκαν με ή χωρίς κατηγορίες και δικαστική κάλυψη.
    
  Μετά τους Διδύμους Πύργους γράφτηκαν μυριάδες άρθρα και χιλιάδες βιβλία για τους ισλαμιστές, τους τζιχαντιστές … τους σαλαφιστές κτλ. Εξ αρχής οφείλουμε να διευκρινίσουμε ότι αυτές οι ομάδες Μουσουλμάνων δεν αφορούν σε κάποιες θρησκευτικές διακλαδώσεις των δύο μεγάλων μουσουλμανικών δογμάτων -Σουνιτών και Σιιτών- αλλά τάσεις και ιδεολογικά φαινόμενα σε στενή συνάρτηση με τις μεταβολές που γνώρισε ο Σουνιτικός μουσουλμανικός κόσμος κατά την διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων.
    
  Επί παραδείγματι είναι ολότελα άλλο πράγμα η σχέση αλαουιτών και λοιπών Σιιτών  και άλλο πράγμα η σχέση Σουνιτών με τους τζιχαντιστές και γενικότερα τους ισλαμιστές. Πρόκειται για δραστικές τάσεις και κοσμοθεωρητικά ρεύματα του νεότερου και σύγχρονου Σουνιτικού Ισλάμ, τα οποία εμφανίσθηκαν στο προσκήνιο της επικαιρότητος μετά την «Αραβική Άνοιξη», κυρίως εξ αιτίας  των απρόβλεπτων επιπτώσεών της, γεωπολιτικών και κοινωνικών.
   
  Στην όποια προσπάθεια προσέγγισης και κατανόησης του αντικειμένου μας υπάρχουν ab initio πλείστα όσα θεμελιώδη εννοιολογικά προβλήματα : Εσφαλμένα  χρησιμοποιούνται ταυτολογικά οι όροι μωαμεθανός και Μουσουλμάνος (πράγμα ενοχλητικό αν όχι προσβλητικό για την πλειονότητα των  Μουσουλμάνων, καθώς λατρεύουν τον Θεό και όχι τον Προφήτη του).      
    
    Συνήθως συγχέονται και συχνά ταυτίζονται ο Μουσουλμάνος με τον ισλαμιστή και το Ισλάμ με τον ισλαμισμό, ενώ πολλές φορές  με  αφελή ευκολία και βλακώδη ημιμάθεια γίνονται συζητήσεις και «αναλύσεις» για ισλαμιστές, ……τζιχαντιστές και σαλαφιστές. Μάλιστα χρησιμοποιούνται εναλλακτικά οι όροι, ωσάν να πρόκειται για ταυτόσημες έννοιες. Είναι συνεπώς πρόδηλο ότι, δεν μπορούμε να εξετάσουμε την όποια επιρροή της ανάδυσης του ισλαμικού φονταμενταλισμού αγνοώντας ποιές είναι όλες αυτές οι συλλογικότητες και πώς σχετίζονται μεταξύ τους όλοι αυτοί οι εκάστοτε διαφοροποιημένοι Μουσουλμάνοι.
      Οι παλαιότεροι όλων είναι οι «σαλαφιστές» («σάλαφ» στην αραβική σημαίνει κυριολεκτικά πρόγονος), οι οποίοι επιζητούν τον εξαγνισμό της θρησκείας μέσω της επιστροφής στο παράδειγμα των πρώτων Μουσουλμάνων προγόνων. Με τον όρο «σάλαφ» εννοούμε τους ενάρετους και ορθόδοξους Μουσουλμάνους. Πιο συγκεκριμένα, ως σάλαφ στην Ισλαμική Θεολογία εννοούνται οι πρώτες 3 γενιές των Μουσουλμάνων. Με άλλα λόγια οι πρώτοι Μουσουλμάνοι. Η πρώτη γενιά είναι οι «Σαχάμπα», οι σύντροφοι του Προφήτη. Η δεύτερη γενιά είναι οι «Ταμπιήν», αυτοί που ακολούθησαν μετέπειτα – οι μαθητές των Σαχάμπα. Και η τρίτη γενιά είναι οι «Τάμπα ατ Ταμπιήν» αυτοί που ακολούθησαν τους «Ταμπιήν» – οι μαθητές των Ταμπιήν. Αυτές οι τρεις γενιές θεωρούνται παράδειγμα προς μίμηση ως προς την μεθοδολογία κατανόησης του Ισλάμ με πίστη και πράξεις.
      Η πλέον καθαρολογική (πουριτανική) εκδοχή του σαλαφισμού εκφράστηκε με τον «ουαχαμπισμό» στην Αραβία του 18ου  και 19ου  αιώνα. Ο ουαχαμπισμός απετέλεσε μετεξελικτικό απότοκο αναλόγων σαλαφιστικών θεολογικών κινήσεων του Μεσαίωνα, ενώ το 1932 μετετράπη στο επίσημο δόγμα της υπερσυντηρητικής Σαουδικής Αραβίας, μετά την ίδρυση του βασιλείου. Οι σαλαφιστές θεωρούν εαυτούς ως τους μόνους «γνήσιους» Σουνίτες. Σχεδόν όλοι οι δυτικοί επιστήμονες του χώρου των ισλαμικών σπουδών συμφωνούν ότι, ο «σαλαφιστογενής» ουαχαμπισμός αποτέλεσε εν πολλοίς το λυκαυγές του συγχρόνου ισλαμικού φονταμενταλισμού, όπως θα αναλύσουμε στην συνέχεια.

      Αυτό που επίσης αγνοεί το ευρύ κοινό είναι ότι, στο τελευταίο τέταρτο του 19ου  αιώνα, υπήρξε και μία φωτισμένη – μεταρρυθμιστική εκδοχή του σαλαφισμού, η οποία ακτινοβολούσε από τους «λόγιους» («ουλεμά») του «Ευφήμου Πανεπιστημίου αλ-Αζχάρ» - (Jāmiat al-Azhar al-Sharīf) στο Κάϊρο, του αρχαιοτέρου (ίδρυση το 970 μ.Χ.) και σπουδαιοτέρου πανεπιστημίου του Σουνιτικού Ισλάμ. Αυτή ήταν η μόνη σοβαρή προσπάθεια ισλαμικής ανάγνωσης της νεωτερικότητας. Όπως γράφει χαρακτηριστικά γιά την προσπάθεια αυτήν ο Καθηγητής της κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Maryland,  Μανσούρ Μοαντέλ στο βιβλίο του «Islamic Modernism, Nationalism, and Fundamentalism : Episode and Discourse» -εκδόσεις University of Chicago Press, 2005- σελίδα 2 : «Πρόβαλε μια "κριτική επαναξιολόγηση των κλασικών συλλήψεων και μεθόδων της νομικής επιστήμης" και μια νέα προσέγγιση στην ισλαμική θεολογία και στην κορανική εξήγηση (tafsir

    Η πρώιμη αυτή «σαλαφίγια» (σαλαφική κίνηση), δηλαδή οι «Εκσυγχρονιστές»  (για τους Δυτικούς : «Modernists»), επηρέασαν αρχικά τα ισλαμιστικά κινήματα όπως η Μουσουλμανική Αδελφότητα. Όμως κατά την διάρκεια του Μεσοπολέμου, στην Αίγυπτο η συντηρητική - πουριτανική εκδοχή του σαλαφισμού επεκράτησε  αντιστοίχου επί της εκσυγχρονιστικής - διαφωτιστικής και οι επόμενες γενεές σαλαφιστών επέμειναν σε μια αυστηρή, μη πολιτική θεολογία. Καθώς οι πεποιθήσεις των Εκσυγχρονιστών έγιναν εν μέρει αποδεκτές από κοσμικούς-λαϊκούς  ηγέτες και τους επίσημους λογίους  («ουλαμά»), η Μουσουλμανική Αδελφότητα  μετακινήθηκε σε μια παραδοσιακότερη και συντηρητικότερη κατεύθυνση, «η  οποία ήταν η μόνη διαθέσιμη διέξοδος για εκείνους των οποίων οι θρησκευτικές και πολιτιστικές ευαισθησίες είχαν  εξαγριωθεί από την επίδραση της Δυτικοποίησης», όπως επισημαίνει ο Αγγλο-Ιρλανδός συγγραφέας, ειδικός στις Μεσανατολικές σπουδές, Ruthven Malise στο βιβλίο του - σελίδα 317 -«Islam in the World» (πρώτη έκδοση 1984, εκδόσεις Penguin).Κατά τα τελευταία 50 χρόνια οι σαλαφιστές άρχισαν να πειραματίζονται με την πολιτική, ιδρύοντας κόμματα κι εκλέγοντας εκπροσώπους. Η μεγάλη διαφορά τους με τους ισλαμιστές έγκειται στην ιδιάζουσα πρόσληψη του Ισλάμ, ενώ με τους τζιχαντιστές στον τρόπο και στα μέσα δράσεως για την πραγμάτωση των αιτημάτων τους.

    Η εμφάνιση των ισλαμιστών χρονολογείται μεταξύ της μεσοπολεμικής και της μεταπολεμικής περιόδου και ήρθε να δώσει ηχηρή απάντηση σε όλα όσα σιωπούσαν οι σαλαφιστές. Η πρώτη τους οργανωμένη έκφραση υπήρξε η «Μουσουλμανική Αδελφότητα», η οποία ιδρύθηκε το 1928 από τον δάσκαλο Χασάν αλ Μπάνα στην ευρύτερη περιοχή της διώρυγος του Σουέζ. Οι «Αδελφοί Μουσουλμάνοι» υιοθέτησαν το πρότυπο κατήχησης και δράσης των χριστιανικών ιεραποστολών, επενδύοντας στις κοινωνικές υπηρεσίες και δημιούργησαν «σχολή» την οποία αντέγραψαν πολλές επόμενες ισλαμιστικές οργανώσεις : H Χαμάς, το τυνησιακό «Κόμμα της Αναγέννησης» («Χιζμπ εν Νάχντα»), αλλά και η σιιτική Χεζμπολάχ.

    Οι ισλαμιστές υπήρξαν μοιραίο παραπροϊόν του εκσυγχρονισμού της πολιτικής, κοινωνικής και πνευματικής ζωής στις χώρες στις οποίες εμφανίστηκαν. Επιπλέον,  σε αντίθεση με τους σαλαφιστές οι οποίοι προέρχονταν από τον θεολογικό κόσμο, οι ισλαμιστές εκπροσωπούσαν και εξέφραζαν δυναμικά τις νεόδμητες ισχυρές κοινωνικές συμμαχίες μεταξύ των νέων μορφωμένων μεσαίων στρωμάτων και των παραδοσιακών επαγγελματιών των πόλεων και της υπαίθρου. Αυτή η μετάβαση και η μεταστοιχείωση στους ισλαμιστές υπήρξε πράγματι ουσιωδέστατη τομή στο Σουνιτικό Ισλάμ, καθώς πέτυχε να εκλαϊκεύσει μαζικά ότι αποτελούσε το σεπτό «άβατο» των νομομαθών επί 14 περίπου αιώνες. Ταυτόχρονα οι  ισλαμιστές προσέδωσαν ιδεολογική (κοσμοθεωρητική και βιοθεωρητική)  διάσταση στην ισλαμική  θεολογία.

   Ο όρος ισλαμιστής προήλθε από τη λογομηχανική - νοηματική μετατροπή του επιθέτου «ισλάμι» («ισλαμικός») σε ουσιαστικό, ώστε να χαρακτηριστούν ακριβέστερα εκείνοι οι Μουσουλμάνοι που αντιλαμβάνονται το Ισλάμ όχι απλά και μόνον ως μια θρησκεία, αλλά ως ένα ολιστικό «πλήρες σύστημα», αναγκαίο και ικανό  να ρυθμίζει κάθε πτυχή του δημόσιου και του ιδιωτικού βίου. Μάλιστα οι ισλαμιστές επεκτάθηκαν περισσότερο, επανευρίσκοντας τη «χρυσή εποχή» του Ισλάμ, επινοώντας αλλά και προωθώντας τη δική τους εκδοχή για το Ισλάμι, μιαν εκδοχή άφθαρτη, ιδανική, ιστορικά άχρονη, παραμυθητική και απεδαφοποιημένη. Είναι ιδιαιτέρως αξιοσημείωτο ότι οι μη Μουσουλμάνοι μελετητές του ισλαμισμού για να περιγράψουν το εν λόγω φαινόμενο επινόησαν γλωσσοπλαστικά τον όρο «Πολιτικό Ισλάμ». Όμως αυτός  ο όρος φαντάζει αστήρικτος, ακατανόητος και εν τέλει ανόητος για τους ισλαμιστές, οι οποίοι πιστεύουν ότι το Ισλάμ είναι ούτως ή άλλως πολιτικό ! 
   
   Ο ισλαμισμός είναι μια αμφιλεγόμενη έννοια, όχι μόνον επειδή προϋποθέτει έναν πολιτικό ρόλο για το Ισλάμ, αλλά και επειδή οι υποστηρικτές του πιστεύουν ότι οι απόψεις τους απλώς αντανακλούν το Ισλάμ, ενώ η αντίθετη ιδέα ότι το Ισλάμ είναι, ή μπορεί να είναι, απολίτικο είναι ένα λάθος. Στους μελετητές και παρατηρητές που δεν πιστεύουν ότι το Ισλάμ είναι απλώς μια πολιτική ιδεολογία περιλαμβάνονται ο ανατολιστής, διεθνολόγος και οικονομολόγος Simon Frederick «Fred» Peter Halliday (1946-2010) , ο Καθηγητής Ισλαμικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Τζωρτζτάουν John Louis Esposito, αλλά και Μουσουλμάνοι διανοητές όπως ο πασίγνωστος Πακιστανός θεολόγος και εξηγητής του Κορανίου Javed Ahmad Ghamidi. Ο Hayri Abaza, ειδικός ερευνητής στο «Ίδρυμα Αμύνης των Δημοκρατιών» στο Newsweek (την 22α  Οκτωβρίου 2010) στο άρθρο του : «Is It Islamic or Islamist?», υποστηρίζει ότι η αποτυχία διάκρισης μεταξύ του Ισλάμ και του ισλαμισμού οδηγεί πολλούς στη Δύση να υποστηρίζουν ανελεύθερα ισλαμικά καθεστώτα, σε βάρος των προοδευτικών μετριοπαθών που προσπαθούν να διαχωρίσουν τη θρησκεία από την πολιτική.
    
   Η εκούσια -λόγω σκοπιμότητας- ή ακούσια -λόγω αγνοίας- σύγχυση μεταξύ Μουσουλμάνου και ισλαμιστή, αποτελεί σοβαρό και κρίσιμο ζήτημα, καθώς προσδίδει αστήρικτα ιδεολογική χροιά σε οιονδήποτε τυγχάνει μέλος της συγκεκριμένης αβρααμικής μονοθεϊστικής πίστης. Επιπλέον, δεν είναι σε καμία περίπτωση επιστημονικά ορθό να χρησιμοποιούμε έναν σύγχρονο πολιτικό όρο της Μέσης Ανατολής για να περιγράψουμε αναδρομικά μια πολυσύνθετη και πολυεπίπεδη θρησκεία 15 περίπου αιώνων. Αυτή η πρακτική είναι επιεικώς ένας ιδιότυπος θρησκειολογικός αλλά συνάμα και ιστορικός ομοιομορφισμός («ουνιφορμιταριανισμός»), που διευκολύνει επιδερμικές ή κακόβουλες αντιιστορικές υπεραπλουστεύσεις.

    Σε ότι αφορά στους τζιχαντιστές, αυτοί ανέκαθεν βρίσκονταν στις τάξεις των ισλαμιστών, ωστόσον απετέλεσαν μια διακριτή ιδιαίτερη τάση μόνο κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, όταν ξεκίνησαν την αυτονόμησή τους από το ευρύτερο συγκρότημα των Αδελφών Μουσουλμάνων και οργάνωσαν τις ένοπλες ομάδες τους, ώστε να πολεμήσουν τα κατ’ αυτούς «άθεα» και «προδοτικά» αραβικά καθεστώτα. Η επελθούσα διάσπαση  υπήρξε μια απάντηση στην θεωρητική και πρακτική αδυναμία του ισλαμισμού να προσφέρει επαναστατική προοπτική. Οι τζιχαντιστές θεώρησαν ότι θα μπορούσαν να καλύψουν αυτό το κενό έστω και δια της βίας, ωστόσον η στρατηγική τους ποτέ δεν οδήγησε στη δημιουργία ενός αληθινά μαζικού λαϊκού κινήματος. Η συνολική τους κοσμοαντίληψή βρίσκεται μάλλον εγγύτερα προς τους σαλαφιστές απ’ ότι προς τους ισλαμιστές, λόγω της κατά γράμμα ανελαστικής τήρησης όσων προστάζει το Κοράνι, όμως η βασική διαφοροποίηση των τζιχαντιστών έχει να κάνει με τον «τακφιρισμό», δηλαδή τον χαρακτηρισμό κάποιου Μουσουλμάνου ως άπιστου «αποστάτη» (takfir), στοιχείο που τους εξουσιοδοτεί αυτομάτως ακόμα και να τον σκοτώσουν.

   Τα προαναφερόμενα ρεύματα του Σουνιτικού Ισλάμ κατ’ αρχήν επιθυμούν τον εκ νέου ορθό και απόλυτο εξισλαμισμό εθνικών κοινωνιών οι οποίες είναι ήδη μουσουλμανικές. Οι τακτικές τους αλλά και η πρόθεσή τους να συγκρουστούν ανοικτά με τις υφιστάμενες πολιτικές δομές ποικίλλουν. Στο Σιιτικό Ισλάμ, η δεδομένη και αδιαμφισβήτητη θέση του κλήρου ως θεματοφύλακα των θρησκευτικών πηγών, αφήνει ελάχιστα περιθώρια σε πρωτοβουλίες λαϊκών ή και εξωκληρικών ιδιωτικών ομάδων και οργανώσεων να ερμηνεύσουν αυτές κατά το ίδιον δοκούν τα θρησκευτικά κείμενα  και να δράσουν επ’ ονόματι των ιδεολογικών αναγνώσεων και ερμηνειών τους.

   Για την αρτιότερη προσέγγιση του θέματος πρέπει να συνειδητοποιήσουμε το Ισλάμ και με όρους γεωγραφικούς και πληθυσμιακούς : Επικρατεί σε ολόκληρη τη ζώνη που εκτείνεται από τον Βόλγα προς βορά, μέχρι τη Μαδαγασκάρη προς νότο, αλλά και από το Καράτσι του Πακιστάν ανατολικά, μέχρι το Ντακάρ της Σενεγάλης δυτικά. Ανατολικότερα, αποτελεί κύρια θρησκεία στο Μπανγκλαντές, στη Μαλαισία και την Ινδονησία. 
   
   Σήμερα, το Ισλάμ έχει περισσότερους από 1 δισεκατομμύριο πιστούς και είναι η πιο γρήγορα αυξανόμενη πίστη στον κόσμο. Η σύγχρονη μεγάλη μετανάστευση πληθυσμών - κυρίως προς τον Δυτικό κόσμο - έχει ως αποτέλεσμα την παρουσία Μουσουλμάνων σε περισσότερες από 184 χώρες.
Α. Κ.